| Εδώ μας παίρνουν τον αέρα και τα κύματα |
| απ' τις πατρίδες που τα χρόνια σου κρατούσες |
| εδώ μας έχουνε μονάχα για θελήματα |
| κι εσύ μιλάς για Αϊβαλί κι ότι αγαπούσες |
| Εδώ μας ψήνουν στο τσιμέντο και την άσφαλτο |
| λες κι η ζωή μας ταξιδεύει με νταλίκα |
| έρχεται άνοιξη χωρίς το Μέγα Σάββατο |
| κι εσύ για θρίαμβους μιλάς κι «εν τούτω νίκα» |
| Η προσφυγιά γυρεύει ακόμα τους δικούς της |
| κι απ' το σταθμό αναζητούνται αγνοούμενοι |
| η νύχτα παίζει με τους αγαπητικούς της |
| κι όλο πιο λίγοι το πρωί βγαίνουν χαρούμενοι |
| Η προσφυγιά γυρεύει ακόμα τους δικούς της |
| κι απ' το σταθμό αναζητούνται αγνοούμενοι |
| η νύχτα παίζει με τους αγαπητικούς της |
| κι όλο πιο λίγοι το πρωί βγαίνουν χαρούμενοι |
| Εδώ τα χρόνια που μας γέννησαν παλιώσανε |
| κι οι μέρες μες στ' αλουμινόχαρτα τ' αγγίζουν |
| τα φώτα γύρω από τις μνήμες χαμηλώσανε |
| κι εσύ μιλάς για τα πανιά που αρμενίζουν |
| Εδώ μπερδεύτηκαν και πρόσωπα και πράγματα |
| τα στέκια γέμισαν με άδειες καλησπέρες |
| παραφτηνήναν της αγάπης τα μαλάματα |
| κι εσύ μιλάς για πανηγύρια και βεγγέρες |
| Η προσφυγιά γυρεύει ακόμα τους δικούς της |
| κι απ' το σταθμό αναζητούνται αγνοούμενοι |
| η νύχτα παίζει με τους αγαπητικούς της |
| κι όλο πιο λίγοι το πρωί βγαίνουν χαρούμενοι |
| Η προσφυγιά γυρεύει ακόμα τους δικούς της |
| κι απ' το σταθμό αναζητούνται αγνοούμενοι |
| η νύχτα παίζει με τους αγαπητικούς της |
| κι όλο πιο λίγοι το πρωί βγαίνουν χαρούμενοι |