| Μιλάμε για το Μάρκο…ποτέ δε δάγκωσε κανένα |
| τα μάτια του, τα μάτια του αγαπούσαν … αλλά φοβισμένα … |
| οι ιδιοκτήτες του τον είχαν τον μισό καιρό δεμένο, τον μισό καιρό λυτό |
| ούτε κι αυτοί ήξεραν από το Μάρκο τι ζητούσαν |
| του ρίχvαν ξεροκόματα για φαγητό, έγινε κλέφτης |
| τις νύχτες έσκιζε σακούλες σκουπιδιών |
| μια μέρα θα τον στέλνανε στο άσυλο |
| μετά κλαίγανε, άλλαξαν γνώμη, ξανά ο Μάρκος δεμένος, λυτός |
| συχνά του έδινα κι εγώ κάτι, σκέφτηκα να τους τον πάρω |
| αλλά δεν ήμουν σίγουρη αν θα μπορούσα υπεύθυνα να τον αναλάβω |
| μια φορά τον είχα ανάγκη, πήγαμε μεγάλη βόλτα |
| μιλήσαμε τη γλώσσα των σκυλιών, |
| τα μάτια … μιλάμε για τα μάτια του Μάρκου |
| …τα μάτια του Μάρκου… |
| «Τα χέρια που τον δηλητηρίασαν να πάθουν καρκίνο» |
| είπαν οι ιδιοκτήτες του. |
| Μιλάμε για τα μάτια του Μάρκου το πρωί εκείνο |
| και σκοτωμένα ακόμα αγαπούσαν… αλλά φοβισμένα… |
| γιατί γιατί σήμερα που ο ήλιος με κινήσεις θεού ηδovιστή τα φύλλα των |
| δέντρων γυαλίζει απάνω στα παγκάκια γιατί |
| γιατί ο Μάρκος να λείπει, γιατί να μη ζει; |
| Μιλάμε για ψέματα |
| οι ιδιοκτήτες του μπορούνε να κλαίνε εύκολα |
| τα ίδια δάκρυα τα καλοκαίρια στα αναψυκτικά τους πιπιλάνε, |
| στα αναψυκτικά μας τα βουτάνε αντί για παγάκια |
| τα ίδια δάκρυα κάνουν αντιπαθητικά τα καλοκαίρια |
| τα δάκρυα των ιδιοκτητών που δεν ξέρoυν τι ζητάνε |
| το ρόλο τους καλά τον παίζουν |
| κι έτσι μας μπερδεύουν, κι έτσι μας πολεμάνε |
| το ρόλο τους καλά τον παίζουν |
| κι έτσι μας μπερδεύουν κι έτσι μας πολεμάνε. |