| Ας πάμε λίγο πίσω το εβδομήντα εννιά |
| Που άφηνα το σπίτι μου να ψάχνω για δουλειά |
| Γιατί δουλειά δε μου `δινε αυτό το σύστημα |
| Με γέμιζε πτυχία χωρίς αντίκρισμα |
| Έτσι πήρα τα μάτια μου γι αλλού |
| Και τρύπαγε τ' αφτιά μου η φωνή του αφεντικού |
| «Μαζί μου θα δουλεύεις σαν το σκυλί |
| Κι αν έχεις αντιρρήσεις η πόρτα είν' ανοιχτή |
| Αν θέλεις να πετάξεις στον έβδομο ουρανό |
| Δώστα όλα μαλάκα για να ζήσω κι εγώ» |
| Εκάθησα κοντά του χρόνια τέσσερα |
| Μου φάνηκε πως ήταν δέκα τέσσερα |
| Στο Μεσολόγγι πήγα να παρουσιαστώ |
| Με στείλανε στον Έβρο για να συμμορφωθώ |
| Έτσι πήρα τα μάτια μου γι αλλού |
| Και τρύπαγε τ' αυτιά μου η φωνή του Λοχαγού |
| «Μαζί μου θα υποφέρεις σαν το σκυλί |
| Για να μην έχεις θέση στην απομόνωση |
| Εθνικόφρων θα `σαι στον έβδομο ουρανό |
| Να σκοτώνεσαι μαλάκα για να υπάρχω κι εγώ» |
| Απολυτήριο πήρα απ' το Πολύκαστρο |
| γιατί η διαγωγή μου ήταν λίαν καλώς |
| Με πήρανε κλητήρα σε Record Company |
| και σύντομα μπροστά μου ήταν η προαγωγή |
| Έτσι μπήκα στον κόσμο των κουφών |
| Κάνοντας την φωνή μου μια φωνή αφεντικών |
| «Μαζί μου θα ξεχάσεις τα συναισθήματα |
| Δε μ' ενδιαφέρει ο Dylan και τα ποιήματα |
| Για να πετάξει ο κόσμος στο έβδομο ουρανό |
| Θα του δίνεις μαλάκα ότι θέλω εγώ» |