| Την πολιτεία ξύπνησε ένας θόρυβος, |
| κάτι που έμοιαζε με μηχανή |
| τοίχοι που πότισαν με όλα όσα περάσανε |
| τώρα γκρεμίζονται μ' ανταλλαγή. |
| Μαζεύτηκαν να δουν πώς τελειώνουνε πώς λιώνουν, |
| χρόνια και χάνονται στη σκόνη. |
| Ακούνε μέσα απ' τα συντρίμμια |
| ό,τι τους ένωνε για έρωτες και μουσικές |
| κι ένα τρελό να τους φωνάζει απ' το μπαλκόνι: |
| «Στρατιώτη θα `ρθει η στιγμή |
| που θα μιλάνε για τα ρούχα σου, |
| θα ξαναράβουν τα κομμάτια για συγγνώμη. |
| Θα παίρνουν πίσω όσα έσπειραν |
| για θάνατο και θα σε στήνουν όρθιο σαν να ζεις ακόμη». |
| Την πολιτεία ξύπνησε ένας θόρυβος, |
| κάτι γεννήθηκε μεσ' τη σιωπή |
| χάθηκε μέσα στα συντρίμμια ό,τι τους ένωσε, |
| οι έρωτες κι οι μουσικές κι ένας τρελός |
| που πια δεν είναι στο μπαλκόνι. |
| «Στρατιώτη θα `ρθει η στιγμή |
| που θα μιλάνε για τα ρούχα σου, |
| θα ξαναράβουν τα κομμάτια για συγγνώμη. |
| Θα παίρνουν πίσω όσα έσπειραν |
| για θάνατο και θα σε στήνουν όρθιο σαν να ζεις ακόμη». |